Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Μνήμη Σύλβιας Πλαθ (ή «το να πεθαίνεις είναι τέχνη»)

Ήταν πρωί της 11ης Φεβρουαρίου 1963, πριν από ακριβώς 36 χρόνια, όταν στο παγωμένο Λονδίνο, στο σπίτι της οδού Fitzroy 63, όπου είχε ζήσει ο αγαπημένος της ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, η Σύλβια Πλαθ έβαζε τέλος στη ζωή της.
Η κορυφαία ποιήτρια του 20ού αιώνα αυτοκτόνησε βάζοντας το κεφάλι της σε φούρνο αερίου.
Ήταν μόλις 31 ετών, εντούτοις, πρόλαβε στο σύντομο διάστημα του βίου της να αφήσει πίσω της ένα ιδιοφυές και σπάνιας ομορφιάς και τόλμης έργο.
Αναμφίβολα προικισμένη μα και αυτοκαταστροφική, κατέστηκε κεντρικό θέμα της (απίστευτα εκρηκτικής σε δύναμη) ποίησής της τον αυτοαφανισμό, τον θάνατο. «Δημιούργησε μία ποίηση μπολιασμένη με σχεδόν δηλητηριώδεις δόσεις απελπισίας, οργής και πόθου για το θάνατο αλλά συγχρόνως γεμάτη τρυφερότητα, οξύτητα πνεύματος...», έγραψε για τη «σκοτεινή» ποιήτρια, σύζυγο του επίσης διάσημου ποιητή Τεντ Χιουζ, η Κατερίνα Ηλιοπούλου, που μετέφρασε ποιήματά της, το 1982.
Ενα από τα πιο γνωστά ποιήματά της είναι το «Λαίδη Λάζαρος», από το οποίο προέρχεται το παρακάτω απόσπασμα:

«Το να πεθαίνεις
είναι μία τέχνη, όπως και καθετί άλλο.
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.


Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.
Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.
Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα».

Το τελευταίο ποίημά της, λίγες ημέρες πριν από την αυτοκτονία της, έχει τίτλο «Άκρο», από όπου και το απόσπασμα:

«Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.

Το νεκρό της


Σώμα φοράει το χαμόγελο της επίτευξης.

Η ψευδαίσθηση μιας ελληνικής αναγκαιότητας


Ρέει στις πτυχές της τηβένου της,
Τα γυμνά της


Πόδια μοιάζουν να λένε:

Φτάσαμε ως εδώ, αρκεί.

...

Πετρώνει και αρώματα αιμορραγούν
Από τους γλυκούς, βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.


Η σελήνη δεν έχει λόγο να θλίβεται,
Ατενίζοντας επίμονα μέσα απ' την οστέινη κουκούλα της.


Είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους πράγματα.
Οι σκοτεινιές της τριζοβολούν και έλκουν».


Η Σύλβια αναπαύεται στο νεκροταφείο του Χέπτονστολ στην Αγγλία.