Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Το Παντελίδειν εστί φιλοσοφείν

Για τις υπερβολικές αντιδράσεις των... ευαίσθητων σχετικά με την -πράγματι- αντιαισθητική φωτογραφία με τα λουλούδια στον Παντελίδη. Τις Ρίκας Βαγιάννη από το protagon.gr:
Σοκαρισμένες οι Μπλανς Επιφανί της φιλάσθενης αισθητικής κράσης. Aπόπληκτες οι μπιλινγκουέλ υπότροφες των Ουρσουλινών. Ολες οι εξοπλισμένες με εισιτήρια διαρκείας για τη Σκάλα, οι με ισόβιο στασίδι στο Μπαϊρόιτ πορευόμενες, οι πάσες άπασες «με-Σκαλκώτα-ξυπνάω-με Αναγεννησιακές τετραφωνίες αποκοιμούμαι» κορασίδες, δεν άντεξαν. Στη θέα και μόνο μιας απλής φωτογραφίας τού Ορους των Παντελίδειων Γαρυφάλλων. Υπέστησαν σοβαρό πολιτιστικό κλονισμό – και άδειασαν ομαδικώς  το περιεχόμενο του ευαίσθητου στομαχιού τους στο πλησιέστερο ψηφιακό εμετοδοχείο.
Μήπως κάτι δεν πάει καλά με αυτή την τόσο τόοο βίαιη αντίδραση: Μα… τέτοια συσσωρευμενη, ομαδική, περιφρονητική λύσσα για μια βραδιά στον Παντελίδη; Από πού μας ήρθε αυτό;
Οι άνθρωποι που απεχθάνονται  τα μπουζούκια, τις  πίστες και τα κωλάδικα, είναι εκατοντάδες χιλιάδες στη χώρα μας. Πάντα ήταν. Ωστόσο, δεν το πολυκουράζουν το ζήτημα. Αν κάποιος νιώθει την αισθητική – ἠ την ηθική του – να προσβάλλεται από τον όποιον σουξεδιάρη, δεν σπαταλάει το χρόνο του κράζοντας τους Παντελόβιους στο Διαδίκτυο: Φοράει τα ακουστικά του και… χάνεται στα torrents της προτίμησής του.
Οι όψιμες Μετανοούσες Μαγδαληνές που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τις «σπατάλες και την κακογουστιά εν μέσω κριιιιίσης», μου προκαλούν καχυποψία. Το ίδιο μου προκαλούν οι αλήστου μνήμης «νυχθημερόν τρέντι» των παλαιότερων εποχών. Οπως τότε δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να είναι κάποιος σε μόνιμη φάση «περνάμε τέλειααααα ρε σσσσυ, μιλάμε…τέλειααα», έτσι και σήμερα το ίδιο αφύσικο μου φαίνεται να βρισκόμαστε όλοι, υποχρεωτικώς, σε μόνιμη κατάσταση σκανδιναβικής καντήφλας.
«Ο κόσμος υποφέρει και τα παχύδερμα γλεντάνε στα τρασομάγαζα». Δηλαδή, όλοι εκείνοι οι στρατοί που αναποδογύριζαν μερακλωμένοι τα τραπέζια, επί Χρηματιστηρίου, αγνοούσαν οι αθώοι, ότι η Ελλάδα ήταν γεμάτη  φτωχούς, πονεμένους ανθρώπους; Δεν υποψιαζόταν ο χοντρός δίπλα μου ότι η υπερφυσικού μεγέθους πουράκλα του ισοδυναμούσε με το μηνιαίο εισόδημα ενός συνταξιούχου του ΟΓΑ;  Λες, μωρέ, όλα αυτά να τα ήξερα μόνο εγώ και άλλος κανείς από τους  υπόλοιπους  τρεις χιλιάδες νοματαίους, που μαζί τινάζαμε στον αέρα (επί «Παλιόκαιρου»), την «Πύλη Αξιού»; Εικάζω πως όχι.
Οσο το κλωθογυρίζω, τόσο το μυρίζω πώς κάτι δεν πάει καλά με όλο αυτό το «πολιτικοκορέκτ» τσουνάμι. Ισως ένα μέρος της οργής να είναι ειλικρινές, εκφρασμένο από ανθρώπους που απηύδισαν – και το κοπάδι απλώς ακολουθεί, αναζητώντας ενόχους στα τυφλά. Ισως είχε δίκιο ο παππούς Φρόιντ στις θεωρίες του για τους Αμυντικούς Μηχανισμούς που συχνά μας κάνουν να μισούμε φανερά αυτό που επιθυμούμε κρυφά.
Ισως πάλι, αντί για όλα αυτά, τα σύνθετα ψυχαναλυτικά, θα έπρεπε να φέρνω συχνότερα κανένα ταψί λέλουδα στο κεφάλι του Παντελίδη. Τα κοινωνικά ερωτήματα μου θα έμεναν -και πάλι- αναπάντητα, αλλά τουλάχιστον, θα γελούσα με την καρδιά μου. (Γίνεται να μην σκάσεις στα γέλια ακούγοντας ένα τραγούδι με τίτλο «Σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε;») .
Επιπροσθέτως, θα γνώριζα και κόσμο. Τι κόσμο δηλαδή… συγγενείς.  Κάτι σαν, πώς να τους  πω, σαν νεώτερα, ετεροθαλή αδέλφια μου. Αλήτες. Σκυλιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: