Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

«Δώρο γενεθλίων». Για τα γενέθλια της Σύλβιας Πλαθ


Σαν σήμερα, στις 27 Οκτωβρίου 1932, γεννήθηκε η Σύλβια Πλαθ, η κορυφαία ποιήτρια του 20ού αιώνα. Ο Πιγκουίνος τη θυμάται με το ποίημα «Δώρο γενεθλίων».

Δώρο γενεθλίων

Τι είναι αυτό, πίσω από το πέπλο, είναι άσχημο, είναι ωραίο;
Τρεμοφέγγει, έχει στήθια, έχει αιχμές;

Είμαι σίγουρη πως είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη πως είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν μαγειρεύω σιωπηλά, το νοιώθω να με κοιτάζει, το νιώθω να σκέφτεται

«Να 'ναι αυτή για την οποία πρέπει να παρουσιαστώ,
Να 'ναι άραγε αυτή η εκλεκτή, αυτή με τις μελανιές κόγχες και την ουλή;

Ζυγιζει το αλεύρι, πετάει το περίσσευμα
Υπόκειται σε νόμους, σε νόμους, σε νόμους.

Να 'ναι γι' αυτήν ο ευαγγελισμός;
Θεέ μου, τι αστείο!»

Όμως λαμπυρίζει, δε σταματά και νομίζω πως με θέλει.
Δε θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

Έτσι κι αλλιώς, δε θέλω κανένα σπουδαίο δώρο φέτος.
Αφού είμαι ζωντανή από ατύχημα.

Θα είχα μετά χαράς σκοτωθεί τότε, με οποιονδήποτε τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα, που θροΐζουν σαν κουρτίνες,

Τα διαφανή σατέν ενός γεναριάτικου παράθυρου
Λευκά σαν στρωσίδια μωρού, και λάμποντας με νεκρική ανάσα.
Ω φίλντισι!

Πρέπει να υπάρχει ένα ελαφοντόδοντο εκεί, μια στοιχειωμένη στήλη.
Μα δεν καταλαβαίνεις πως δεν με νοιάζει τι είναι;

Πώς μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην είσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για τη μεγαλοσύνη.
Aς καθίσουμε δίπλα του, καθένας από μία μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το στραφτοκόπημα, την κατοπτρική του ποικιλία.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο δείπνο μας, σαν σε πιάτο νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Πως ο κόσμος θα εκραγεί με μια κραυγή και μαζί και το κεφάλι σου,
Σμιλεμένο, μπρούτζινο, ένα αρχαίο έμβλημα,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι, δεν είναι έτσι...

Εγώ μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα σε μια γωνιά.
Δεν θα μ' ακούσεις και να το ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε κορδέλες να πέφτουν, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δε νομίζω πως μου αναγνωρίζεις τέτοια διακριτικότητα.

Αν ήξερες μόνο πώς αυτά τα πέπλα δολοφονούσαν τις μέρες μου.
Για σένα είναι απλά διαφάνειες, καθαρός αέρας.

Αλλά, Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατιές ολόκληρες. Είναι μονοξείδιο του άνθρακα...

Γλυκά, γλυκά τα εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατα, με ένα εκατομμύριο

Πιθανά μόρια σκόνης που απαριθμούν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ασημοντυμένος για την περίσταση. Ω, προσθετική μηχανή -

Είναι λοιπόν αδύνατο για σένα ν αφήσεις κάτι να φύγει και να το αφήσεις ολόκληρο;
Πρέπει να σφραγίζεις κάθε κομμάτι βιολετί;

Πρέπει να σκοτώνεις ό,τι μπορείς;
Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που θέλω σήμερα, και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Αναπνέει από τα σεντόνια μου, τον ψυχρό νεκρό πυρήνα

Όπου σπαταλημένες ζωές παγώνουν και ακινητούν στην ιστορία.
Μην τ' αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, χέρι με χέρι.

Μην τ' αφήσεις να έρθει από στόμα σε στόμα, θα είμαι εξήντα
Μέχρι να παραληφθεί ολόκληρο και πολύ νωθρή για να το χρησιμοποιήσω.

Μόνο ξεκρέμεασε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος,

Θα θαύμαζα τη βαθιά του σπουδαιότητα, τ' άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα ότι το εννούσες.

Θα υπήρχε μία ανωτερότητα τότε, μία γενέθλιος ημέρα
Και το μαχαίρι δεν θα σμίλευε, αλλά θα εισχωρούσε

Αγνό και καθαρό σαν κλάμα μωρού,
Και το σύμπαν θα γλιστρούσε από δίπλα μου.

(Από τη συλλογή της Σύλβιας Πλαθ «Άριελ», που κυκλοφόρησε μετά την αυτοκτονία της, το 1965. Στο βίντεο ακούγεται η φωνή της ποιήτριας, που απαγγέλει το έργο της)

1 σχόλιο:

acheloidahellenic είπε...

Πολύ ωραίο..Η ποίηση δίνει τη δυνατότητα για πολλές μορφές έκφρασης..Χαρακτηρίζεται από συναίσθημα και λυρισμό, φαντασία, ρυθμό, αρμονία και μελωδία..