Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

11 Φεβρουαρίου: Η ημέρα που «έφυγε» η Σύλβια Πλαθ...

«H Σύλβια Πλαθ ανήκει στις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες του πλανήτη. Το τελευταίο πυρετικό εξάμηνο του βίου της έγραψε τα ποιήματα που έμελλαν να την κάνουν διάσημη, την περίφημη συλλογή με τον τίτλο «Ariel».
Εκείνο το διάστημα η Πλαθ ζούσε σε άγρια μοναξιά. Είχε χωρίσει με τον σύζυγό της, ποιητή Τεντ Χιουζ, και προσπαθούσε να βιοποριστεί σε μια ξένη χώρα. Βυθίστηκε στη φρενίτιδα της μανιοκατάθλιψης, αρνήθηκε να καταπιεί χάπια. Για ένα εξάμηνο έζησε στον στρόβιλο μιας εμπύρετης δημιουργικότητας.
Έγραφε καθημερινά από τις τέσσερις το ξημέρωμα έως τις οκτώ το πρωί, που ξυπνούσαν τα δυο της παιδιά. Το πυρακτωμένο μυαλό της έγινε παρανάλωμα.
Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963, η Σύλβια Πλαθ ετοίμασε, όπως κάθε μέρα, πρωινό για τα παιδιά της. Ύστερα, άνοιξε όλα τα κουμπιά στον φούρνο του γκαζιού κι έβαλε το κεφάλι της μέσα. Ήταν τριάντα ενός ετών...
».
Από «Τα Νέα»

Λαίδη Λάζαρος
Το έκανα ξανά.
Κάθε δεκαετία μια φορά
Το καταφέρνω –

Κάτι σαν θαύμα ζωντανό, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ,
Το δεξί μου πόδι


Ένα παπιέ μασέ,
Το προσωπό μου χωρίς χαρακτηριστικά, φίνο
Εβραϊκό λινό.


Ξετύλιξε τη γάζα
Ω Εχθρέ μου.
Είμαι τρομακτική; -


Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, οι οδοντοστοιχίες;
Η ξινισμένη ανάσα
Σε μια μέρα θα χαθεί.


Σύντομα, σύντομα η σάρκα
Που στη σπηλιά του τάφου έχει φαγωθεί
Σε μένα θα επιστραφεί


Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μόλις τριάντα.
Και σαν τη γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές.


Η τρίτη είναι αυτή.
Τι σκουπιδαριό
Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες.


Πόσα μύρια νήματα.
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια
Στριμώχνεται να δει


Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια –
Το μεγάλο ξεγύμνωμα.
Κυρίες και κύριοι,


Αυτά είναι τα χέρια μου
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,


Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.
Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουν δέκα.
Ήταν ατύχημα.


Τη δεύτερη σκόπευα
Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.
Λικνιζόμουν κλειστή


Σαν όστρακο
Αναγκάστηκαν ξανά και ξανά να με φωνάξουν
Κι από πάνω μου να βγάλουν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια.


Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο.
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.


Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.
Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.
Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα.


Είναι εύκολο να το κάνεις μέσα σε ένα κελί.
Είναι εύκολο να το κάνεις κι ακίνητος να μείνεις.
Είναι η θεατρική


Επάνοδος μέρα μεσημέρι
Στο ίδιο μέρος, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια
Βάρβαρη, εύθυμη κραυγή:


«Θαύμα!»
Που μου δίνει τη χαριστική βολή.
Υπάρχει χρέωση


Για τη θέαση των ούλων μου, υπάρχει χρέωση
Για της καρδιάς μου το άκουσμα –
Πραγματικά χτυπά.


Και υπάρχει χρέωση, πολύ μεγάλη χρέωση
Για μια λέξη, ένα άγγιγμα,
Ή για μια στάλα αίμα,


Ή ένα κομμάτι απ’ τα ρούχα ή τα μαλλιά.
Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doctor.
Λοιπόν, Herr Εχθρέ.


Είμαι το μεγάλο έργο σου,
Είμαι το τιμαλφές σου,
Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι


Που λιώνει με μια στριγκλιά.
Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μη νομίζεις πως υποτιμώ τη μεγάλη σου έγνοια.


Στάχτη, στάχτη –
Σκαλίζεις κι αναδεύεις.
Σάρκες, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί –


Μια πλάκα σαπούνι,
Μια βέρα,
Ένα σφράγισμα χρυσό.


Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
Φυλάξου
Φυλάξου.


Μέσα από τις στάχτες αναδύομαι
Με τα μαλλιά μου τα πορφυρά
Και σαν αέρα χάφτω όλα τ’ αρσενικά.
(Στο βίντεο, η ποιήτρια απαγγέλει το ποίημά της. Από τη συλλογή «Ariel»)

1 σχόλιο:

kiki είπε...

Όχι, δεν το σχολιάζω!